Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Ανύτη, η ποιήτρια της Τεγέας


Η Τεγέα της Αρκαδίας γνώρισε σημαντική πνευματική άνθηση κατά την αρχαιότητα. Ανέδειξε μεγάλους μουσικούς, ιστορικούς και σπουδαίους δραματικούς και λυρικές ποιητές. Εξέχουσα μορφή μεταξύ των τελευταίων αποτελεί η ποιήτρια Ανύτη που έζησε στην Τεγέα στον 3ο αι. π.Χ. Η Ανύτη έγραψε λυρικά και επικά επιγράμματα. Ο Αντίπατρος ο Θεσσαλονικέας την ονόμασε «θηλυκό Όμηρο» και τα ποιήματά της παρομοιάσθηκαν με κρίνα. Ήταν μάλιστα η μοναδική γυναίκα, που μαζί με τη Σαπφώ μετείχε στη συλλογή «Στέφανο» του Μελεάγρου, ο οποίος, παραλληλίζοντας στην εισαγωγή κάθε συγγραφέα της ανθολογίας του με ένα άνθος, παρομοίασε την Ανύτη με κόκκινο κρίνο.


Η Ανύτη είναι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της λεγόμενης «Πελοποννησιακής Σχολής» επιγραμματοποιών, η οποία ήκμασε γύρω στο 300 π.Χ. Η σχολή αυτή ρέπει προς την περιγραφή της φύσης με πληθωρικό και «μπαρόκ» ύφος και χαρακτηρίζεται από έντονη χρήση επιθέτων και μεγάλο πλούτο εικόνων.

Από το σύνολο του έργου της ποιήτριας διασώθηκαν μόνο εικοσιδύο επιγράμματα διαφορετικής έμπνευσης: αναθηματικά, ταφικά, επιδεικτικά, βουκολικά. Τα δεκαοχτώ από αυτά βρίσκονται σε τρία βιβλία της Παλατινής Ανθολογίας, ενώ τρία στη συλλογή Planudea. Η Ανύτη χρησιμοποιεί τη δωρική διάλεκτο, με έντονο επικό χρωματισμό. Η ποίησή της αποπνέει σπάνια ευαισθησία και χάρη, τρυφερότητα και αγάπη για τη φύση, τα ζώα και τον απλό άνθρωπο. Για το έργο και τις αρετές της οι Τεγεάτες τίμησαν τη μεγάλη τους ποιήτρια με το άγαλμά της. O Παυσανίας κάνει αναφορά περί της Ανύτης στο κεφάλαιο X,38,13 των "Αρκαδικών".

Τα επιγράμματα της Ανύτης, μαζί με τις παραφράσεις τους στην νέα ελληνική, θα παρουσιάσουμε και θα σχολιάσουμε στη συνέχεια, χωρισμένα σε ενότητες, ανάλογα με το είδος τους.

Τα αναθηματικά επιγράμματα, που ανήκουν στο βιβλίο VI της Παλατινής Ανθολογίας, αναφέρονται σε αντικείμενα αφιερωμένα στον λαμπρό ναό της Αλέας Αθηνάς στην Τεγέα. Χαρακτηριστικό το παρακάτω επίγραμμα (ΑΠ VI, 123), μιλά για το δόρυ που αφιέρωσε ένας θαρραλέος Κρητικός πολεμιστής, ο Εχεκράτης (το όνομα είναι πλαστό και φαίνεται ότι επινοήθηκε από την ποιήτρια), σε μαρτυρία της ανδρείας του. Αν και το δόρυ γενικά θεωρείτο ανάξιο ανάθημα, ήταν στην περίπτωση αυτή μέγα για την ποιήτρια.

΄Έσταθι τάδε, κράνεια βροτοκτόνε, μηδ’ έτι λυγρόν
χάλκεον αμφ’ όνυχα στάζε φόνον δαΐων·
αλλ’ ανά μαρμάρεον δόμον ημένα αιπύν Αθάνας,
άγγελλ’ ανορέαν Κρητός Εχεκρατίδα.

(Να είσαι στημένο εδώ, ω κρανέϊνο ανθρωποκτόνο δόρυ,
Χωρίς να στάζεις πια το αίμα των εχθρών από την χάλκινη φαρμακερή σου λόγχη.
Αλλά τοποθετημένο στον μαρμάρινο ψηλό ναό της Αθηνάς,
διακήρυττε τη δύναμη του Κρητικού Εχεκρατίδα.)

Το παρακάτω επίγραμμα αναφέρεται σε ένα περίτεχνο τεράστιο λέβητα, έργο του Αριστοτέλη του Κλειτορίου, που είχε προσφερθεί στη θεά Αθηνά από τον Κλεύβοτο, συμπολίτη της ποιήτριας (ΑΠ VI, 153).

Βουχανδής ο λέβης· ο δε θείς Εριασπίδα υιός,
Κλεύβοτος· α πάτρα δ’ ευρύχορος Τεγέα·
Ταθάνα δέ τό δώρον· Αριστοτέλης δ’ επόησεν
Κλειτόριος, γενέτα ταυτό λαχών όνομα.

(Ο λέβης είναι τόσο μεγάλος που χωρά ένα μοσχάρι.
Και ο αναθέσας είναι ο Κλεύβοτος, γιός του Εριασπίδα.
Η δε πατρίδα του είναι η μεγάλη, ευδαίμων κι ένδοξη Τεγέα.
Το δώρο ανετέθη στην Αθηνά. Ο Αριστοτέλης το έφτιαξε, ο Κλειτόριος, που έχει το ίδιο όνομα με τον πατέρα.

Χαριτωμένο το παρακάτω επίγραμμα αναπαριστά πιθανά μία σκηνή αποτυπωμένη πάνω σε μαρμάρινη στήλη, στην οποία παρουσιάζεται με μεγάλη ζωντάνια και περίσσεια φαντασία μια ομάδα παιδιών που έπαιζαν ιπποδρομίες με έναν τράγο, στον οποίο είχαν βάλει κόκκινα γκέμια και φίμωτρο (ΑΠ VI, 312).

Ηνία δή τοι παίδες ενί, τράγε, φοινικόεντα
θέντες καί λασίω φιμά περί στόματι
ίππια παιδεύουσι θεού περί ναόν άεθλα,
όφρ’ αυτούς εφορή νήπια τερπομένους.

(Πορφυρά χαλινάρια, ω τράγε, και φίμωτρο τα παιδιά
έβαλαν στο μαλλιαρό σου στόμα,
και γύρω από το ναό σε ιππικούς αγώνες εξασκούνται,
για να τα βλέπεις να διασκεδάζουνε παιδαριωδώς.)

Αλλά η μεγάλη ευαισθησία της ποιήτριας φαίνεται ιδιαίτερα από τη συμπάθεια που τρέφει προς τα ζώα. Μερικά επιγράμματά της (βιβλίο VII) δείχνουν μια απέραντη τρυφερότητα γι’ αυτά, κάτι βέβαια πρωτόγνωρο για την εποχή. Είναι γραμμένα σέ υπέροχο λυρικό και λιτό ύφος. Χαρακτηριστικό και θαυμάσιο είναι το επίγραμμα για τον πετεινό της ποιήτριας που άρπαξε ένας κλέφτης, αφού τον έσφαξε (ΑΠ VΙI, 202).

Ουκέτι μ' ως τό πάρος πυκιναίς πτερύγεσσιν ερέσσων
όρσεις εξ ευνής όρθριος εγρόμενος·
ή γάρ σ’ υπνώοντα σίνις λαθρηδόν επελθών
έκτεινεν λαιμώ ρίμφα καθείς όνυχα.

(Δεν θα με σηκώσεις πια από το κρεβάτι σαν και πριν
χτυπώντας τα πυκνά φτερά σου πρωί πρωί σαν ξύπναγες.
Το θανατικό στα κρυφά ήρθε όσο κοιμόσουν και
σε σκότωσε καρφώνοντας τα μυτερά του νύχια στο λαιμό σου.)

Υπέροχο λυρισμό φανερώνει το επίγραμμα που είναι αφιερωμένο στη ποιήτρια Μυρώ από το Βυζάντιο, που ήταν φίλη της Ανύτης. Η Μυρώ όταν ήταν μικρή αγαπούσε την ακρίδα και το τζιτζίκι. Και μια μέρα που αυτά πέθαναν μαζί, όχι μόνον τα θρήνησε αλλά έφτιαξε κοινό τάφο γι’ αυτά. Η Ανύτη, συμμεριζόμενη το πένθος της φίλης της, έγραψε το παρακάτω επίγραμμα (ΑΠ VΙI, 190).

Ακρίδι, τά κατ’ άρουραν αηδόνι και δακρυοκοίτα,
τέτιγγι ξυνόν τύμβον έτευξεν Μυρώ,
παρθένιον στάξασα κόρα δάκρυ· δισσά γάρ αυτάς
παίγνι’ ο δυσπειθής ώχετο έχων Αΐδας.

(Στην ακρίδα, που τριζωνίζει τραγουδώντας στα χωράφια,
και στο τζιτζίκι πούχει τη φωλιά του στις βελανιδιές
έφτιαξεν η κόρη Μυρώ τάφο κοινό
σταλάζοντας παρθενικό δάκρυ.
Γιατί τα δυό της παιχνίδια ο Άδης ο αδυσώπητος
τα πήρε κι έφυγε μακριά.)

Γεμάτο ευαισθησία και λυρισμό είναι επίσης και το ακόλουθο επίγραμμα, αφιερωμένο στο σκύλο της ποιήτριας, Λοκρικού γένους, που τον ονόμαζε Μαίρα, και που πέθανε από δάγκωμα φυδιού (ΑΠ VΙI, 490).

Ώλεο δήποτε, Μαίρα πολύρριζον παρά θάμνον,
Λόκρι, φιλοφθόγγων ωκυτάτη σκυλάκων·
τοίον ελαφρίζοντι τεώ εγκάτθετο κώλω
ιόν αμείλικτον ποικιλόδειρις έχις.

(Χάθηκες πια, Μαίρα μου, δίπλα σε θάμνο πολύρριζο,
συ, Λοκρίδας γέννα, το πιο γοργοπόδαρο από τα σκυλιά
που χαίρονται το γαύγισμά τους.
Τέτοιο φαρμάκι φοβερό στ’ ανάλαφρό σου πόδι
έριξε οχιά με δέρμα ποικιλόχρωμο.)

Η ποιήτρια έγραψε λυρικούς επιταφίους και για άλλα ζώα. Όπως για το πολεμικό άλογο που χτύπησε στη μάχη ο Άρης (ΑΠ VΙI, 208).

Μνάμα τόδε φθιμένου μενεδαΐου είσατο Δάμις
ίππου, επεί στέρνον τούδε διαφοινόν Άρης
τύψε· μέλαν δέ οι αίμα ταλαυρίνου διά χρωτός
ζεσσ’ επί δ’ αργαλέα βώλον έδευσε φονά.

(Αυτόν εδώ τον τάφο του γενναίου αλόγου
ανήγειρε ο Δάμις, γιατί το πορφυρό του στήθος έπληξε ο Άδης.
Και το μαύρο του αίμα επάφλαζε από το χονδρόπετσό του δέρμα
βρέχοντας το χώμα το ξερό.)

Επίσης για το δελφίνι που εξέβρασε νεκρό στην ακτή μια καταιγίδα. Που με κωμικό πάθος θρηνεί για την τύχη του, αλλά και χαίρει για την ζωγραφισμένη προτομή του στην επιφάνεια των πλοίων(ΑΠ VΙI, 215).

Ουκέτι δή πλωτοίσιν αγαλλόμενος πελάγεσιν
αυχέν’ αναρρίψω βυσσόθεν ορνύμενος,
ουδέ περί σκαλμοίσι νεώς περικαλλέα χείλη
ποιφύσσω, ταμά τερπόμενος προτομά·
αλλά με πορφυρέα πόντου νοτίς ώσ’ επί χέρσον,
κείμαι δέ ραδινάν τάνδε παρ’ ηϊόνα.

(Δεν θα προβάλω πια καμαρώνοντας τον αυχένα στην επιφάνεια της θάλασσας
στα πλωτά πελάγη αναδυόμενος από τον πυθμένα,
ούτε και με ψόφο θα πηδώ στα πανέμορφα χείλη των πλοίων δίπλα στους σκαρμούς,
επιχαίροντας για την προτομή μου.
Αλλά εμένα η μαύρη θάλασσα με έρριξε στη στεριά,
και τώρα κοίτομαι σ’ αυτήν εδώ την κυματώδη ακτή.

Τέλος, θαυμάζοντας η Ανύτη το αγέρωχο ύφος του τράγου, του απευθύνει το παρακάτω επίγραμμα (ΑΠ ΙΧ, 745).

Θάεο τον Βρομίου κεραόν τράγον ως αγερώχως
όμμα κατά λασιάν γαύρον έχει γενύων,
κυδιόων ότι οι θάμ’ εν ούρεσιν αμφί παρήδα
βόστρυχον εις ροδέαν Ναΐς έδεκτο χέρα.

(Δες τον κερασφόρο τράγο του Βρομίου
πόσο αγέρωχα κρατεί το περήφανό του βλέμμα
των δασύμαλλων γενιών, γιατί η Ναΐς συχνά
του χάϊδευε με το ρόδινό της χέρι τις σγουρές του βοστρύχου τρίχες.)

Μια αγνή και βαθειά συγκίνηση εκφράζεται στα επιτύμβια επιγράμματα που έχουν αφιερωθεί σε νέες γυναίκες που πέθαναν άδικα, ”ante diem”. Στις κόρες που άρπαξε ο θάνατος πριν προλάβουν να γνωρίσουν τις χαρές της νυφικής κλίνης. Όπως στη φίλη της Φιλαινίδα, που ενώ ήταν μνηστευμένη, την πρόλαβε ο θάνατος πριν φτάσει στον υμέναιο. Η μητέρα της Κλείνα ψάχνει απελπισμένα να ξαναζωντανέψει τη σκιά της (ΑΠ VΙI, 486).

Πολλάκι τώδ’ ολοφυδνά κόρας επί σάματι Κλείνα
μάτηρ ωκύμορον παιδ’ εβόασε φίλαν,
ψυχάν αγκαλέουσα Φιλαινίδος, ά προ γάμοιο
χλωρόν υπέρ ποταμού χεύμ’ Αχέροντος έβα.

(Πολλές φορές σ΄αυτόν τον τάφο της κόρης της
φώναζε η βαριοθρήνητη μητέρα Κλείνα
τ’ αγαπητό της το παιδί το μικροπεθαμένο.
Την ψυχή της Φιλαινίδας καλούσε πίσω να γυρίσει
σαν πέρασε απάντρευτη το σκοτεινό ρέμα του Αχέροντα.)

Επίσης στην Αντίβια, φίλη της Ανύτης, κόρη όμορφη, συνετή, ευαίσθητη και περιζήτητη από πολλούς μνηστήρες που όμως επρόλαβε ο θάνατος (ΑΠ VΙI, 490).

Παρθένον’ Αντιβίαν καταδύρομαι, άς επί πολλοί
νυμφίοι ιέμενοι πατρός ίκοντο δόμον
κάλλευς καί πινυτάτος ανά κλέος· αλλ’ επιπάντων
ελπίδας ουλόμενα Μοιρ’ εκύλισε πρόσω.

(Για την παρθένα Αντιβία ολοφύρομαι,
που για την ομορφιά και τη σύνεσή της
πολλοί μνηστήρες ήλθαν στο σπίτι του πατρός της
σε γάμο να ζητήσουν.
Αλλά τις ελπίδες όλων επρόδωσε η ολέθρια Μοίρα.)

Σε τρεις νέες παρθένες από τη Μίλητο που προτίμησαν την αυτοκτονία παρά να ατιμασθούν από τους κατακτητές Γαλάτες, βρίσκοντας έτσι αντί νυμφίου τον Άδη (Α.Π. VII, 492).

Οιχόμεθ’, ω Μίλητε, φίλη πατρί, τών αθεμίστων
τάν άνομον Γαλατάν ύβριν αναινόμεναι,
παρθενικαί τρισσαί πολιήτιδες, άς ο βιατάς
Κελτών εις ταύτην μοίραν έτρεψεν Άρης.
Ου γάρ εμείναμεν αίμα τό δυσσεβές ουδ’υμέναιον,
Νυμφίον αλλ’ Αίδην κηδεμόν’ ευρόμεθα.

(Πεθάναμε, ώ Μίλητε, πατρίδα αγαπημένη,
ξεφεύγοντας την άνομη των Γαλατών τη βία,
τρεις παρθένες κόρες, που του Άρη ο θυμός
έριξε σ’ αυτή τη μοίρα.
Και δεν χαρήκαμε του γάμου τις χαρές,
αλλά αντί νυμφίου βρήκαμε τον Άδη σαν προστάτη.)

Σε μια παρθένο, που πέθανε πριν το γάμο της και που πάνω στον τάφο της η μητέρα της θέλησε να στηθεί ένα άγαλμα για να μπορεί να συνεχίσει να μιλά μαζί της (ΑΠ VII 649).

Αντί τοι ευλεχέος θαλάμου σεμνών θ’ υμεναίων
μάτηρ στήσε τάφω τώδ’ επί μαρμαρίνω
παρθενικάν, μέτρον τε τεόν καί κάλλος έχοισαν,
Θερσί· ποτιφθεγκτά δ’ έπλεο και φθιμένα.

(Αντί ευτυχούς θαλάμου νυφικού και γάμου αξιοπρεπούς
η μητέρα έστησε παρθένο πάνω στο μαρμάρινο τάφο αυτό,
που έχει και το ανάστημα και την ομορφιά σου, ω Θερσί.
Και μάλιστα μπορούσε και αποθανούσα κανείς να σε χαιρετήσει.)

Τέλος στην Ερατώ, που όντας ετοιμοθάνατη, σφίγγει τον πατέρα της στο τελευταίο αγκάλιασμα (ΑΠ VΙI, 646).

Λοίσθια δη τάδε πατρί φίλω περί χείρε βαλούσα
είπ’ Ερατώ, χλωροίς δάκρυσι λειβόμενα·
«Ώ πάτερ, ού τοι ετ’ ειμί, μέλας δ΄εμόν όμμα καλύπτει
ήδη αποφθιμένης κυάνεον θάνατος».

(Εναγκαλισθείσα τον πατέρα της η Ερατώ,
χύνουσα θερμά δάκρυα είπε τις τελευταίες τούτες λέξεις,
«ώ πάτερα, δεν υπάρχω πια, αλλά ο ζωφερός θάνατος
καλύπτει τα μάτια μου που μελανιάζουν».)

Η ποιήτρια εκδηλώνει επίσης ευαισθησία και πρωτοποριακές απόψεις για την κοινωνική ισότητα. Χαρακτηριστικό και με έκδηλη φιλοσοφική διάθεση, παρ’ όλη τη λιτότητά του, είναι το επίγραμμά της για το δούλο Μάνη (ΑΠ VΙI, 538). Και αναμφισβήτητα υποδηλωτικό της χειραφέτησής της στα κοινωνικά θέματα.

Μάνης ούτος ανήρ ήν ζών ποτέ· νύν δέ τεθνηκώς
ίσον Δαρείω τώ μεγάλω δύναται.

(Αυτός ο Μάνης, ένας άνδρας ήταν κάποτε στη ζωή του.
Τώρα πια πεθαμένος την ίδια του μεγάλου Δαρείου τη δύναμη έχει.)

Το τελευταίο σωζόμενο επιτύμβιο επίγραμμα είναι αφιερωμένο σε κάποιον Πρόαρχο που έπεσε στη μάχη. Λυρικό και επικό το θαυμάσιο αυτό επίγραμμα, αποτελεί συγχρόνως ύμνο προς τη σεπτή πατρίδα (ΑΠ VII 724).

Ήρα μένος ε, Πρόαρχ’, όλεσ’ εν δαΐ, δώμά τε πατρός
Φειδία εν δνοφερώ πένθει έθου φθίμενος·
αλλά καλόν τοι ύπερθεν έπος τόδε πέτρος αείδει,
ως έθανες πρό φίλας μαρνάμενος πατρίδος.

(Αληθώς λοιπόν η ανδρεία σου, ω Πρόαρχε, σε σκότωσε στη μάχη
και με το θάνατό σου βύθισες σε μαύρο πένθος το σπίτι του πατέρα σου Φειδία.
Αλλά η επιτύμβια στήλη αυτή προς τιμή σου ψάλλει πάνω απ’ τον τάφο
το ωραίο τούτο ελεγείο,
ότι εφονεύθεις αγωνιζόμενος για την αγαπητή πατρίδα.)

Δύο άλλα επιγράμματα είναι αφιερωμένα σε αγάλματα θεών. Το παρακάτω επίγραμμα έγραψε η Ανύτη για ένα άγαλμα της Αφροδίτης (Κύπριδος), θεάς του κινητού και άστατου στοιχείου και προστάτριας των πλοίων, το οποίο προφανώς αγνάντευε τη θάλασσα (ΑΠ ΙΧ 144).

Κύπριδος ούτος ο χώρος, επεί φίλον έπλετο τήνα
αιέν απ’ ηπείρου λαμπρόν ορήν πέλαγος,
όφρα φίλον ναυτήσι τελή πλόον· αμφί δέ πόντος
δειμένει, λιπαρόν δερκόμενος ξόανον.

(Αυτός εδώ ο τόπος είναι της Αφροδίτης,
γιατί εκείνη αγαπά ν’ αγναντεύει πάντα
το λαμπρό το πέλαγος από τη στεριά,
για να γαληνεύει των ναυτικών τους πλόες.
Και γύρω ο πόντος να φοβάται, βλέποντας το λαμπρό το ξόανο.)

Το δεύτερο επίγραμμα, αφιερωμένο σε ένα άγαλμα του Ερμή, που ήταν στημένο σ’ ένα σταυροδρόμι, παραπέμπει σε μια ειδυλλιακή εικόνα, δίπλα σε μιαν ακτή (ΑΠ ΙΧ, 314).

Ερμάς τάδ’ έστακα παρ’ όρχατον ηνεμόεντα
εν τριόδοις, πολιάς εγγύθεν αϊόνος,
ανδράσιν κεκμηώσιν έχων άμπαυσιν οδοίο.
Ψυχρόν δ’ αχραές κράνα υποϊάχει.

(Εγώ ο Ερμής έχω στηθεί στου ανεμόδαρτου κήπου το σταυροδρόμι,
κοντά στην άσπρη απ’ το αφρισμένο κύμα ακτή,
για να χαρίζω ανάπαυση στους κουρασμένους άνδρες.
Και η πηγή, με ψίθυρο γλυκό, να βγάζει νερό καθάριο.)

Μερικά επιγράμματα της Ανύτης είναι αφιερωμένα στη φύση. Η ποιήτρια υμνεί την ειδυλλιακή αρκαδική φύση και το θεό Πάνα που την εκπροσωπεί, τα δένδρα, τα πουλιά, τις πηγές του δάσους. Τα παρακάτω τέσσερα επιγράμματα αναφέρονται σε ένα βουκολικό τοπίο, όπου, ανάμεσα σε πηγές με πεντακάθαρο νερό, πλούσια βλάστηση, θροΐσματα φυλλωμάτων, απλοϊκές νύμφες και μουσικές του δάσους, ο στρατοκόπος κουρασμένος από το μακρύ περπάτημα και τον τυραννικό καύσωνα μπορεί τελικά να βρει ανακούφιση, ξεκούραση και γαλήνη. Η εικόνα αυτή εμφανώς παραπέμπει στο γνωστό «αρκαδικό ειδύλλιο», στην εξύμνηση του αρκαδικού βουκολικού τοπίου. Η αρκαδο-βουκολική έμπνευση των συνθέσεων αυτών έκαμαν ακριβώς τους μελετητές να θεωρήσουν την Ανύτη σαν τον προάγγελο της βουκολικής ποίησης που βρήκε την υπέρτατη έκφρασή της στον Θεόκριτο. Ας δούμε όμως τα επιγράμματα αυτά. Στο ακόλουθο επίγραμμα η ποιήτρια καλεί το διαβάτη να ξαποστάσει σε τόπο σκιερό, χλοερό και δαφνοσκέπαστο, δίπλα σε μια πηγή με καθάριο νερό (ΑΠ IX, 313).

Ίζευ άπας υπό καλά δάφνας ευθαλέα φύλλα,
ωραίου τ’ άρυσαι νάματος αδύ πόμα,
όφρα τοι ασθμαίνοντα πόνοις θέρεος φίλα γυία
αμπαύσης, πνοιά τυπτόμενα Zεφύρου.

(Όποιος και νάσαι, κάθησε κάτω από τη σκιά των ωραίων φύλλων
της ευθαλούς δάφνης και πιες από την όμορφη πηγή γάργαρο νερό,
για να αναπαύσεις τα εξαντλημένα από τον κόπο του θέρους μέλη σου,
στην πνοή του ζεφύρου.)

Ανάλογου περιεχομένου είναι και το ακόλουθο επίγραμμα(ΑΠ XVI, 228).

Ξείν’, υπό ταν πέτραν τετρυμένα γυί’ ανάπαυσον
αδύ τοι εν χλωροίς πνεύμα θροεί πετάλοις.
Πιδακά τ’ εκ παγάς ψυχρόν πίε· δη γαρ οδίταις
άμπαυμ’ εν θερμώ καύματι τούτο φίλον

(Ξένε, ανάπαυσε το κουρασμένο σου κορμί κάτω από τη σκιά του βράχου.
Αύρα ευχάριστη πραγματικά φυσά μέσα από τα χλωρά τα φύλλα.
Και πιές από της πηγής το δροσερό νερό.
Γιατί βέβαια τούτο κάνει καλό στου ζεστού θέρους τους διαβάτες.)

Στο παρακάτω επίγραμμα η ποιήτρια βρίσκεται σε μορφή διαλόγου με τον θεό Πάνα, μπροστά από μια εικόνα του που τον απεικονίζει μέσα στην ερημιά του δάσους (ΑΠ XVI, 231).

-Τίπτε κατ’ οιόβατον, Πάν αγρότα δάσκιον ύλαν·
ήμενος αδυβόα τώδε κρέκεις δόνακι;
-Όφρα μοι ερήσεντα κατ’ ούρεα ταύτα νέμοιντο
πόρτιες ηϋκόμων δρεπτόμεναι σταχύων.

(-Γιατί τέλος πάντων, ω Πάν αγρότη, παίζεις αυτόν εδώ
τον καλαμένιο και γλυκόλαλο αυλό, καθήμενος στα έρημα σκιερά δάση;
-Για να βόσκουν οι δαμάλεις στα δροσερά τούτα βουνά,
κόβοντας βλαστάρια από τα καλλίκομα στάχυα.)

Και το ακόλουθο επίγραμμα αναφέρεται στον Πάνα. Η Ανύτη διηγείται ότι ο ποιμένας Θεόδοτος προσέφερε στον Πάνα και στις Νύμφες ένα ανώνυμο και μάλλον ταπεινό δώρο κάτω από ένα βράχο (ΑΠ XVI, 291).

Φριξοκόμα τόδε Πανί καί αυλίασι θέτο Νύμφαις
δώρον υπό σκοπιάς Θεύθοτος οιονόμος·
ούνεχ’ υπ’ αξαλέου θέρεος μέγα κεκμηώτα
παύσαν ορέξασαι χερσίν μελιχρόν ύδωρ.

(Αυτό εδώ το δώρο στον Πάνα με τις όρθιες τρίχες και στις αυλιάδες Νύμφες
προσέφερε ο βοσκός Θεόδοτος κάτω από ένα βράχο,
γιατί αποκαμωμένο από το κατάξερο το καλοκαίρι τον δροσίσαν,
προσφέροντάς του με τα χέρια γλυκό νερό σαν μέλι.)

H Ανύτη μπορεί δίκαια να θεωρηθεί σαν μία από τις σημαντικότερες ποιήτριες της Ελληνικής αρχαιότητας. Διακρίνεται για την ευαισθησία της, το άρτιο μέτρο, τη λιτή και μεστή γραφή της, τον υπέροχο λυρισμό της, την λεπτότητα πνεύματος, το περήφανο φρόνημά της. Σύμφωνα με τους μελετητές είναι σημαντική εκπρόσωπος του ποιητικού είδους αυτού της αναγέννησης του 3ου π.Χ. αιώνα, στην οποία μάλιστα πρωταγωνίστησαν αρκετές γυναίκες. Σύμφωνα μάλιστα με τον μελετητή Perrotta: «Η Ανύτη είναι αψεγάδιαστη στη γλώσσα και το μέτρο. Απλότητα, λιτότητα, γνησιότητα είναι τα χαρίσματά της».
Ενώ ο Dover γράφει: «Και σ’ αυτήν την περίοδο βρίσκουμε επίσης γυναίκες χειραφετημένες.Ένας σημαντικός αριθμός ποιητριών, όπως η Ανύτη, η Ερίννα, η Moero, η Nosside, … άφησαν θαυμάσια ποιήματα. Υπήρξαν ακόμα γυναίκες φιλόσοφοι και εξαιρετικές βασίλισσες».
Μέσα από το πέρασμα τόσων αιώνων, η ποίηση της Τεγεάτισας Ανύτης παραμένει διαχρονική, αντανακλώντας μια έντονη πνευματικότητα, μια ξεχωριστή ευαισθησία και μιαν ανόθευτη αγάπη για τη ζωή, τον άνθρωπο και τη φύση. Μια λαμπρή αχτίδα από το άπλετο φως του Τεγεατικού κάμπου, της ιστορίας και του πολιτισμού της αρχαίας Τεγέας. Ακόμα, την ελπίδα, τη γνησιότητα, την ηρεμία και την λιτότητα που καταυγάζει η απαράμιλλη αρκαδική φύση με τα πανέμορφα δάση και τα αγέρωχα βουνά της.
Και συνεχίζει να μας καλεί με πρωτόγνωρη τρυφερότητα και χάρη στην επιστροφή σε ξεχασμένες θεμελιακές και αρχέγονες αξίες.

______________

Δεν υπάρχουν σχόλια: